Σε μια κίνηση που αναμένεται να προκαλέσει πολιτική θύελλα προχώρησε ο Άδωνις Γεωργιάδης, εξαπολύοντας ευθεία επίθεση και απειλές προς τους βουλευτές της αντιπολίτευσης. Σε ιδιαίτερα υψηλούς τόνους, ο Υπουργός μιλώντας στον Άρη Πορτοσάλτε και τον ΣΚΑΪ 100.3, προειδοποίησε πως είναι έτοιμος να δημοσιοποιήσει προσωπικά μηνύματα και αιτήματα για «ρουσφέτια» που έχει δεχθεί από πολιτικούς του αντιπάλους, εάν εκείνοι συνεχίσουν να κατηγορούν την κυβέρνηση και τους συναδέλφους του της Νέας Δημοκρατίας.
«Μην τολμήσει βουλευτής της αντιπολίτευσης…»
Ο κ. Γεωργιάδης εμφανίστηκε αποφασισμένος να περάσει στην αντεπίθεση, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:
«Εάν τολμήσει βουλευτής αντιπολιτεύσεως και σηκωθεί σε μένα και κατηγορήσει τους συναδέλφους μου της Νέας Δημοκρατίας για αυτόν τον φάκελο… δεσμεύομαι να δημοσιεύσω στο Twitter μου όλα τα ρουσφέτια που μου έχει ζητήσει ο ίδιος».
Ο Υπουργός υποστήριξε πως η πρακτική αυτή είναι ευρύτατα διαδεδομένη, σημειώνοντας πως δεν γνωρίζει πολλούς βουλευτές της αντιπολίτευσης που να μην του έχουν ζητήσει κάποια χάρη.
Στο στόχαστρο ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ
Η προειδοποίηση του Άδωνι Γεωργιάδη αφορούσε ολόκληρο το φάσμα της αντιπολίτευσης, κατονομάζοντας συγκεκριμένα το ΠΑΣΟΚ και τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο Υπουργός τόνισε πως δεν πρόκειται να ανεχθεί κριτική για θέματα διαφάνειας ή παρεμβάσεων (όπως στον ΟΠΕΚΕΠΕ ή σε ελέγχους), όταν οι ίδιοι οι κατήγοροι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ζητούν προσωπικές εξυπηρετήσεις.
«Δεν τα σβήνω τα μηνύματα»
Θέλοντας να δείξει πως διαθέτει ακλόνητα στοιχεία, ο κ. Γεωργιάδης ανέφερε πως όλα τα αιτήματα είναι αποθηκευμένα στο κινητό του τηλέφωνο.
«Δεν τα σβήνω τα μηνύματα», δήλωσε με έμφαση, προσθέτοντας πως είναι στη διάθεση οποιουδήποτε ελέγχου, ενώ έκανε ονομαστική αναφορά και στις κυρίες Παπανδρέου και Κοβέσκου σε σχέση με τη διαχείριση του θέματος.
Η παρέμβαση αυτή του Υπουργού θέτει σε νέα βάση την πολιτική αντιπαράθεση, μετατρέποντας τις προσωπικές επαφές και τα αιτήματα των βουλευτών σε «πολεμοφόδια» στη δημόσια σφαίρα, με το Twitter να ορίζεται ως το δυνητικό πεδίο των αποκαλύψεων.
Πώς ο Τατσόπουλος «καθάρισε» τον Άδωνι Γεωργιάδη με δύο κουβέντες
Η συνέντευξη του Πέτρου Τατσόπουλου στο κανάλι Kontra αποτελεί μια διεισδυτική αποδόμηση της πολιτικής φυσιογνωμίας και της ρητορικής του Άδωνι Γεωργιάδη, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο ο Υπουργός ενσαρκώνει και αναπαράγει τις πιο παλιές παθογένειες του ελληνικού κράτους.
Ο συγγραφέας ξεκινά την τοποθέτησή του επισημαίνοντας ότι ο Άδωνις Γεωργιάδης έχει κατά καιρούς προβεί σε διάφορες ακρότητες, οι οποίες όμως στην παρούσα συγκυρία αποκτούν μια νέα, πιο κυνική διάσταση. Σύμφωνα με τον Τατσόπουλο, ο Γεωργιάδης χρησιμοποιεί ένα «τέλειο επιχείρημα» για να δικαιολογήσει την πολιτική συμπεριφορά της παράταξής του, υπονοώντας ότι η πελατειακή σχέση και το ρουσφέτι είναι μια αναπόφευκτη πραγματικότητα που ο ψηφοφόρος όχι μόνο αποδέχεται, αλλά και επιζητά.
Η πιο ισχυρή στιγμή της αποδόμησης έρχεται όταν ο Τατσόπουλος συνδέει τη σύγχρονη στάση του Γεωργιάδη με την κλασική ελληνική λογοτεχνία και συγκεκριμένα με το έργο του Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Αναφερόμενος στη νουβέλα «Οι Χαλασσοχώρηδες» του 1896, ο συγγραφέας περιγράφει πώς ο Παπαδιαμάντης καυτηρίαζε τους κομματικούς παράγοντες που επισκέπτονταν τα χωριά για να εξαγοράσουν συνειδήσεις. Ο Τατσόπουλος χρησιμοποιεί το παράδειγμα των περιθωριακών χωρικών που μαζεύονταν σε ένα σπίτι περιμένοντας τον πολιτικό, για να καταδείξει ότι η νοοτροπία του «ναι, για ρουσφέτια έρχονται» παραμένει αναλλοίωτη από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα.
Κατά τον Τατσόπουλο, ο Άδωνις Γεωργιάδης δεν προσπαθεί να εκσυγχρονίσει αυτή την κατάσταση, αλλά αντίθετα την κανονικοποιεί, «κλείνοντας το μάτι» στον ψηφοφόρο. Η αποδόμηση έγκειται στο γεγονός ότι ο Υπουργός παρουσιάζεται ως ένας πολιτικός που αντιλαμβάνεται τη δημόσια διοίκηση και την πολιτική επιρροή ως μια διαρκή συναλλαγή. Ο Τατσόπουλος υποστηρίζει ότι αυτή η λογική του «εμείς θα ψηφίσουμε αυτόν που θα μας δώσει τα περισσότερα» είναι η ρίζα της κακοδαιμονίας που περιγράφεται και στις πρόσφατες αποκαλύψεις για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
O Τατσόπουλος καταλήγει ότι ο Γεωργιάδης εκπροσωπεί την πλήρη επικράτηση του παλαιοκομματισμού κάτω από ένα περιτύλιγμα δήθεν μεταρρυθμιστικού λόγου. Η σύνδεση με τον Παπαδιαμάντη χρησιμεύει για να αναδείξει ότι ο Γεωργιάδης είναι ο σύγχρονος «χαλασσοχώρης» που δεν ενδιαφέρεται για τη δομική αλλαγή της χώρας, αλλά για τη διατήρηση των μηχανισμών εξουσίας μέσω της ικανοποίησης προσωπικών αιτημάτων.