Ο Τζαβέντ Ασλάμ αποτελεί εδώ και χρόνια γνωστή παρουσία στον δημόσιο διάλογο γύρω από τη μετανάστευση. Ζει στην Ελλάδα περίπου τρεις δεκαετίες, έχει δηλώσει ότι διαθέτει σπουδές στις πολιτικές επιστήμες και διαμένει στην Αθήνα με τη σύζυγο και την ενήλικη κόρη του. Από το 2005 έχει εκλεγεί πρόεδρος της Πακιστανικής Κοινότητας Ελλάδας «Η Ενότητα», υποστηρίζοντας ότι εκπροσωπεί δεκάδες χιλιάδες Πακιστανούς που ζουν στη χώρα. Κατά καιρούς μάλιστα έχει εμφανιστεί σε τηλεοπτικές εκπομπές, σχολιάζοντας πολιτικές αποφάσεις και κοινωνικά ζητήματα. Το 2019 είχε βρεθεί στο πλευρό του τότε υπουργού Μεταναστευτικής Πολιτικής Δημήτρη Βίτσα, σε δημόσια εκδήλωση όπου είχε τεθεί ζήτημα ιθαγένειας για Πακιστανούς που διαμένουν στην Ελλάδα. Σε άλλη περίσταση είχε προκαλέσει αντιδράσεις με δηλώσεις του περί επιθέσεων σε μετανάστες, επισημαίνοντας ότι «και οι μετανάστες μπορούν να απαντήσουν» σε απειλές που, όπως έλεγε, δέχονται.
Το 2021 είχε τοποθετηθεί θετικά για τη λειτουργία του τεμένους στον Βοτανικό, εκφράζοντας ωστόσο την επιθυμία να διαθέτει και μιναρέ, ως στοιχείο ορατότητας της μουσουλμανικής κοινότητας. Σε μεταγενέστερη συνέντευξη είχε υποστηρίξει ότι στην Ελλάδα ζουν περίπου 500.000 μουσουλμάνοι και είχε διατυπώσει την άποψη ότι θα έπρεπε να αναλογεί ένα τέμενος ανά 300 έως 400 πιστούς, αριθμός που θα σήμαινε την ανέγερση άνω των 1.000 τζαμιών πανελλαδικά. Κατά καιρούς μάλιστα έχουν δημοσιοποιηθεί αναφορές ότι σε συζητήσεις του φέρεται να έχει επικαλεστεί τη Σαρία ως θρησκευτικό κανόνα, ακόμη και σε σχέση με ζητήματα όπως οι γάμοι μεταξύ συγγενών, χωρίς ωστόσο να έχει καταθέσει επίσημη πρόταση για θεσμική εφαρμογή της στην Ελλάδα.
Άξιο μνείας είναι επίσης το γεγονός πως το παρελθόν του έχει απασχολήσει επανειλημμένα τις ελληνικές αρχές. Το 2006 συνελήφθη κατόπιν αιτήματος έκδοσης από το Πακιστάν, στο οποίο αποδιδόταν κατηγορία σχετική με διακίνηση μεταναστών. Η υπόθεση έφθασε μέχρι τον Άρειο Πάγο, ο οποίος απέρριψε το αίτημα έκδοσης, κρίνοντας ότι τα αποδιδόμενα αδικήματα δεν θεμελιώνουν κακούργημα αλλά πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις. Αργότερα, το 2012, συνελήφθη εκ νέου για την ίδια υπόθεση, υπέβαλε αίτηση πολιτικού ασύλου και τελικά του χορηγήθηκε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Το όνομά του είχε δε περιληφθεί σε έγγραφα που σχετίζονταν με διεθνείς αναζητήσεις, ενώ η υπόθεσή του είχε προκαλέσει ένταση και με διπλωματικούς εκπροσώπους του Πακιστάν στην Αθήνα. Το 2015 συνελήφθη για εξύβριση και αντίσταση κατά της αρχής, σε περιστατικό που αφορούσε όχημα με αποσυρμένες πινακίδες κυκλοφορίας, ενώ είχε ακολουθήσει αλληλομηνύσεις με αστυνομικό. Την ίδια χρονιά συνελήφθη μαζί με άλλα μέλη της κοινότητας έπειτα από κινητοποιήσεις με αίτημα την αποχώρηση του Πακιστανού πρέσβη, ενώ λίγους μήνες αργότερα βρέθηκε ξανά αντιμέτωπος με τη Δικαιοσύνη μετά από μήνυση του Πακιστανού προξένου για συκοφαντική δυσφήμιση, εξύβριση και απειλή. Η υπόθεσή του είχε απασχολήσει και την προηγούμενη πολιτική ηγεσία του υπουργείου. Το 2021, ο τότε υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Νότης Μηταράκης είχε προσφύγει στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών ζητώντας την ακύρωση της απόφασης χορήγησης ασύλου, χωρίς όμως να ανατραπεί τότε το καθεστώς προστασίας.