Μια μοιραία συνάντηση
Ο Τζόντι – μαθητής τότε της πέμπτης τάξης – συναντήθηκε τυχαία με τον Ντουσέ το 1983.
Το νεαρό αγόρι ζούσε με την οικογένειά του στο Μπατόν Ρουζ της Λουιζιάνα. Καλός αθλητής, ο Τζόντι ήταν ήδη εγγεγραμμένος σε πολλές αθλητικές ομάδες, αλλά συμφώνησε να συνοδεύσει τον μικρότερο αδελφό του στα μαθήματα καράτε.
Όταν ο δάσκαλος δεν εμφανίστηκε μια μέρα, τα αδέρφια Πλοσέ πήγαν στην τάξη του Ντουσέ. Ο Τζόντι θυμάται ότι εντυπωσιάστηκε από τον νεαρό και χαρισματικό δάσκαλό του, έναν πρώην πεζοναύτη, τον οποίο σύντομα θεώρησε ως τον καλύτερό του φίλο.
Στην πραγματικότητα, όλη η οικογένεια Πλοσέ τον συμπαθούσε. Οι γονείς πίστευαν ότι έβαλε τους γιους τους σε φόρμα και μάλιστα τον προσκαλούσαν τακτικά σε οικογενειακές βραδιές παιχνιδιών αλλά και να δειπνήσουν μαζί.
Αλλά κατά τη διάρκεια του μαθήματος, ο Ντουσέ είχε αρχίσει να δείχνει ιδιαίτερα προσοχή στον Τζόντι, πιστεύοντας ότι μπορούσε να φτάσει πολύ μακριά.
«Ο τρόπος που δούλευε με μένα ήταν ότι με βοηθούσε να τεντωθώ και μετά άρχιζε να αγγίζει το εσωτερικό των μηρών μου…» περιγράφει ο Τζόντι.
Η πιο τρομακτική στιγμή ήρθε μια μέρα όταν ο Ντουσέ ρώτησε τον τότε 10χρονο αν θα ήθελε να μάθει να οδηγεί αυτοκίνητο. Ο Ντουσέ οδηγούσε ένα Datsun 280ZX, και ο νεαρός Τζόντι άρπαξε την ευκαιρία να βρεθεί πίσω από το τιμόνι.
Μόλις κάθισε στα γόνατα του Ντουσέ, ένιωσε τα χέρια του δασκάλου του στα γόνατά του.
Σύντομα, η ανάρμοστη συμπεριφορά του Ντουσέ έδωσε τη θέση της στην σεξουαλική κακοποίηση.
Ένα βράδυ, ο Ντουσέ είχε κλείσει επτά μαθητές σε ένα δωμάτιο μοτέλ με δύο μονά κρεβάτια. Τέσσερα παιδιά ήταν στο ένα κρεβάτι και ο Τζόντι και δύο άλλοι μαθητές ήταν με τον Ντουσέ στο άλλο.
Τη νύχτα, ο Τζόντι ξύπνησε με τον Ντουσέ να τον αγγίζει ανάρμοστα. Παραλυμένος από το φόβο, ξάπλωσε εκεί προσποιούμενος ότι κοιμόταν. Το επόμενο πρωι ο Ντουσέ τού ζήτησε να μην πει σε κανέναν για ό,τι συνέβη το προηγούμενο βράδυ.
«Έκανα τον χαζό και τον ρώτησα: “Τι εννοείς; Τι έκανες χθες το βράδυ;” Και νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που κατάλαβε: “Εντάξει, τον έχω. Δεν πρόκειται να πει τίποτα”. Τότε ήταν που η κακοποίηση εντάθηκε… με κακοποιούσε σχεδόν κάθε μέρα μέχρι που με απήγαγε στις 19 Φεβρουαρίου 1984».
Ο Τζόντι γνώριζε ότι αυτό που του έκανε ο Ντουσέ ήταν λάθος, αλλά φοβόταν πολύ για να μιλήσει.
Λίγα χρόνια νωρίτερα, οι γονείς του είχαν αναγκάσει τον ίδιο και τον μεγαλύτερο αδελφό του να παρακολουθήσουν μια ταινία, η οποία εξιστορούσε πώς ένα νεαρό κορίτσι κακοποιούνταν από τον παιδόφιλο προπονητή της.
Η μητέρα του τού είπε ότι υπάρχουν κάποιοι ενήλικες εκεί έξω που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τα παιδιά και ότι είναι σημαντικό να αναφέρει αμέσως οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά. Ο πατέρας του του υποσχέθηκε ότι αν κάποιος τον άγγιζε ποτέ, δεν θα δίσταζε να τον σκοτώσει.
Ο Τζόντι ήξερε ότι ο πατέρας του δεν αστειευόταν. Το να μαρτυρήσει τον Ντουσέ θα υπέγραφε σχεδόν σίγουρα τη θανατική του καταδίκη, γι’ αυτό αποφάσισε να μην πει κουβέντα.
«Ίσως αν τους το είχα πει από την αρχή, τότε ο μπαμπάς να μην είχε σκοτώσει τον Τζεφ» είπε ο Τζόντι.
«Αλλά δεν ήθελα να αναστατώσω τους γονείς μου, γι’ αυτό κράτησα το στόμα μου κλειστό, και γι’ αυτό τα περισσότερα παιδιά κρατούν το στόμα τους κλειστό».
Η αλήθεια όμως βγήκε στο φως…
Το 2019, έγραψε ένα βιβλίο, το «Why Gary Why?: The Jody Plauché Story», για την κακοποίηση που υπέστη και τον πυροβολισμό του Ντουσέ από τον πατέρα του. «Ήθελα να δώσω ελπίδα στα θύματα», δήλωσε για τη συγγραφή του βιβλίου.
«Κάποιος που διάβασε το βιβλίο με κατηγόρησε ότι καυχιέμαι» είπε. «Και βέβαια, καυχιέμαι. Αλλά προσπαθώ επίσης να ενημερώσω άλλους ανθρώπους ότι μπορούν να φτάσουν εκεί που βρίσκομαι εγώ τώρα, όπου μπορείς να νιώσεις ότι δεν είσαι θύμα ή ότι δεν σε καθορίζει αυτό που σου συνέβη.
Δεν βλέπω τον εαυτό μου ως θύμα. Είμαι επιζών και ήθελα να πάρω αυτό που μου συνέβη και να το μετατρέψω σε κάτι θετικό».